Της Νόρας Ράλλη
• Ποια ήταν η Σίνθια Κρους και τι σας οδήγησε προς αυτήν;
«Είναι πολύ περίεργη η ιστορία της. Η Κρους ήταν μόλις 27 ετών όταν αποφάσισε να περάσει 5 χρόνια ταξιδεύοντας στα Βαλκάνια, μελετώντας κάτι που δεν ήταν καν δικό της – ούτε Εβραία ήταν, ούτε Ισπανίδα, ούτε Βαλκάνια. Είχε όμως έναν αδερφό που λάτρευε, σπουδαίο γλωσσολόγο, ο οποίος, καθώς ήξερε 27 γλώσσες, διάβαζε κάτι περίεργες επιστολές Εβραίων σε μια άγνωστη γλώσσα: ήταν η γλώσσα του Θερβάντες, παλαιοϊσπανικά! Ενθουσιάστηκε και συμβούλεψε την αδερφή του να τη μελετήσει. Τα κείμενα της συλλογής καταγράφηκαν μέσα σε μια πενταετία, 1930-35. Η Κρους πέρασε διαδοχικά από Βουκουρέστι, Μοναστήρι, Σκόπια, Θεσσαλονίκη και Σαράγεβο, μελετώντας την καθομιλουμένη ισπανοεβραϊκή διάλεκτο την εποχή που ήταν ακόμα σε πλήρη άνθηση. Προσωπικά είχα δουλέψει για το ελληνικό προφορικό παραμύθι από πολύ νωρίς. Οταν ήρθα σε επαφή με το έργο της Κρους, εξεπλάγην. Ηταν, δε, όλα καταγεγραμμένα με φωνητική ορθογραφία. Δεν διαβάζονταν. Αναγκάστηκα να μεταφράζω από αρχαία ισπανικά, με τη βοήθεια ενός φόρουμ ανθρώπων από όλο τον κόσμο, που είχαν ακούσει κάποιες λέξεις από τους παππούδες τους. Ηταν εκπληκτική εμπειρία».
• Πόσο σημαντικό είναι το υλικό που συγκέντρωσε;
«Το έργο της έχει τεράστια σημασία για την ιστορία της προφορικότητας. Το υλικό που συνέλεξε (μπαλάντες, παραμύθια, παροιμίες) επιβίωσε επί σχεδόν πέντε αιώνες, είναι σπάνιο και έχει σχεδόν ξεχαστεί. Η παράδοση αυτή είναι καθαρά προφορική. Οι φορείς της ήταν γυναίκες αγράμματες, τυφλές, πλύστρες κυρίως, που μετέφεραν ακούσματα από παλαιότερες γενεές. Ο λόγος που η νεαρή Αγγλίδα από το Κέιμπριτζ αναζητούσε επίμονα πληροφοριοδότες αγράμματους είναι προφανής: όσο λιγότερες επιρροές του γραπτού λόγου έχουμε στο δείγμα που παρουσιάζουμε τόσο καλύτερα μελετούμε την εξέλιξη της διαλέκτου. Αυτός είναι ο εμφανής επιστημονικός λόγος. Προσωπικά, ωστόσο, πιστεύω ότι η Κρους αναζητούσε ενδόμυχα αρχέγονους φορείς της παράδοσης. Φαίνεται πως εμπιστευόταν ουσιαστικά τις γυναίκες σ’ αυτόν τον ρόλο ή πως είχε μαζί τους αμεσότερη επικοινωνία».
• Πόσο σημαντικό είναι το ότι η καταγραφή των παραμυθιών γίνεται λίγο πριν από την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου;
«Ευτυχώς που η Κρους έκανε την καταγραφή της λίγο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο, καθώς μετά σχεδόν αφανίστηκαν όλες οι κοινότητες που επισκέφθηκε, έπαψαν να υπάρχουν οι ζώντες φορείς της παράδοσης κι έτσι ατόνησε ουσιαστικά η συλλογική μνήμη ακροατών και αφηγητών. Ουσιαστικά, η συλλογή αυτή διασώζει μια πολιτιστική κληρονομιά που απειλείται με πλήρη εξαφάνιση από τη συλλογική μνήμη».
• Πόσο λείπει από τα σημερινά παιδιά η διήγηση ενός παραμυθιού από τη γιαγιά;
«Παλαιότερα οι άνθρωποι έλεγαν ιστορίες όταν μαζεύονταν το βράδυ για ψυχαγωγία ή για νυχτερινή εργασία. Με την τηλεόραση η κατάσταση άλλαξε. Οι γιαγιάδες δεν αφηγούνται πλέον παρά ελάχιστα, γεγονός πολύ δυσάρεστο, καθώς το παραμύθι δρα θεραπευτικά. Απευθύνεται σε αρχέγονα συναισθήματα που μετουσιώνονται. Το να δημιουργείς εικόνες ο ίδιος και όχι να έρχονται έτοιμες (όπως με την τηλεόραση ή την εικονογράφηση των παραμυθιών) είναι πολύ σπουδαίο: δίνει φτερά στη φαντασία – όχι με κουτσομπολιό, αλλά με δημιουργία. Αυτό, όμως, συμβαίνει μόνο όταν οι εικόνες προέρχονται από λέξεις και όχι το αντίστροφο, που γίνεται σήμερα. Και αυτό είναι που χρειάζεται ο άνθρωπος: ελευθερία στη φαντασία!»
• Ποια η σημασία μελέτης των παραμυθιών από κοινωνιολογική πλευρά;
«Το λαϊκό παραμύθι διαφέρει από το λόγιο κυρίως ως προς τον μυθικό πλούτο του φαντασιακού του συστήματος και τη λειτουργία του προφορικού λόγου. Από κοινωνιολογική πλευρά πρόκειται για ένα εντελώς ξεχωριστό φαινόμενο. Τα λαϊκά παραμύθια ανήκαν στους πάντες, ανεξαρτήτως κοινωνικών κατηγοριών, οι ιστορίες πλάθονταν και αναπλάθονταν διαρκώς από το σύνολο των ακροατών τους, συλλογικά!»
*INFO: Αλλα βιβλία της ιδίας: «Παραμυθοκόρες» (Εστία, 1991), «Αλληλοβόρα» (Εστία, 2002), «Σαρακατσάνικα παραμύθια» (Αγρα, 2000).
n.ralli@efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου