Έντυπη Έκδοση
Επτά, Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ
ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ το περασμένο Σαββάτο να
μπω μέσα στα παπούτσια του πατερούλη-Τάσου Ζωγράφου, βλέποντας τη
Μακρόνησο να μεγαλώνει όσο την πλησιάζαμε και να κλείνει τον ορίζοντα.
Θυμόμουν την αφήγησή του για το πώς το καΐκι χτυπιόταν πάνω στο
ψηλό κύμα και πώς ανεβοκατέβαινε όταν πια έδενε και πηδούσαν ένας ένας
στο μόλο οι κρατούμενοι για να τους παραλάβουν οι ΑΜίτες και ν' αρχίσουν
να τους βαράνε με τα μπαμπού που στήριζαν τις σκηνές.
Σκεπτόμουν ακόμα τον Βέγγο, περισσότερο ανάμεσα στους άλλους.
Πώς ήταν δυνατόν άνθρωπος να βαράει αυτό το άκακο αρνί, τον Θανάση;
Σκεπτόμουν κι αναρωτιόμουν· κι όταν κατεβήκαμε κι εμείς ένιωσα την τρίχα
μου να σηκώνεται. Κοίταζα τους άντρες του Λιμενικού που ήταν εκεί για
να επιβάλουν την τάξη. Κοίταζα τις στολές τους και τα όπλα τους.
Εκπροσωπούσαν την εξουσία. Κι αναρωτιόμουν πάλι: αν έρχονταν ξανά καιροί
που η εξουσία θα τους διέταζε να μας βάλουν άλλου είδους τάξη, τι θα
έκαναν; Πόσοι ανάμεσά τους θα άντεχαν να πουν ένα μεγάλο όχι, για να
καταλήξουν στην απέναντι πλευρά;