Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Το Βυζαντινό χωρίς το ρωμαϊκό ψηφιδωτό του

05/12/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Θα αποκολληθεί, θα συντηρηθεί και θα ξαναμπεί στη θέση του
Tο γεγονός ότι βρίσκεται στην είσοδο του μουσείου το επιβάρυνε. Οχι από τους επισκέπτες, αλλά από τα οχήματα, που πια θα μπαίνουν από άλλη είσοδο

Αναπόσπαστο κομμάτι του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, το ψηφιδωτό δάπεδο που βρίσκεται στην είσοδό του και χρονολογείται μεταξύ 2ου και 3ου αι. μ.Χ., θα αποκολληθεί για να συντηρηθεί και να επιστρέψει μετά στη θέση του. Αυτό αποφάσισε ομόφωνα το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και γνωμοδότησε θετικά την ειδική μελέτη. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά. Εχει δεχθεί τις φροντίδες των συντηρητών και στο παρελθόν.


Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι το πρώτο έκθεμα για τους χιλιάδες επισκέπτες που περνούν τη σιδερένια πόρτα της εισόδου επί της Βασ. Σοφίας, αν και μέχρι τώρα δεν υπήρχε κάποια ειδική σήμανση με πληροφορίες για την προέλευσή του. Με γεωμετρικό διάκοσμο από πολύχρωμες ψηφίδες φυσικής και κεραμικής πέτρας, έχει έκταση 147 τ.μ. Ανήκε σε ρωμαϊκή έπαυλη και ανακαλύφθηκε το 1968 κατά τη διάρκεια ανασκαφών επί των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Προπυλαίων. Δύο χρόνια αργότερα, το 1970, τοποθετήθηκε στην είσοδο του Βυζαντινού Μουσείου, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο κομμάτι του.

Το επόμενο διάστημα θα πάρει τον δρόμο των εργαστηρίων. Οι μεγαλύτερες φθορές έχουν προκληθεί από τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα που περνούσαν από επάνω του κι όχι από τους επισκέπτες, σύμφωνα με τη μελέτη. Γι” αυτό και συζητήθηκε εκτενώς η μελλοντική τοποθέτησή του μετά το πέρας των εργασιών συντήρησης. Η επανατοποθέτησή του στο ίδιο σημείο είναι δυνατή εφόσον όμως δεν θα διέρχονται τροχοφόρα. Μπορούν, άλλωστε, να περνούν πια από την άλλη είσοδο, που άνοιξε επί της Βασ. Κωνσταντίνου. Οπως είπε ο καθηγητής Νικόλαος Σταμπολίδης, «αν δεν υπήρχαν οι φθορές των αυτοκινήτων, δεν θα είχε υποστεί τέτοια καταπόνηση».

Η Μαρία Βλαζάκη, προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, πρότεινε εκτός από τη συντήρηση να συμπληρωθούν και τα κομμάτια που του λείπουν, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Από την πλευρά του ο Δημήτρης Αθανασούλης, προϊστάμενος της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, τόνισε τη σχέση του ψηφιδωτού με το Μουσείο. «Είναι συνδεδεμένο με την ιστορία του, υπάρχει στο σημείο επί δεκαετίες και η απουσία του θα δημιουργούσε πρόβλημα στο ίδιο το μουσείο». Το εμβληματικό έργο τελικά θα εγκατασταθεί και πάλι στο σημείο όπου το συναντούσαμε έως σήμερα κι αυτή τη φορά θα το συνοδεύει ενημερωτική πινακίδα με τη χρονολόγησή του και πληροφορίες για την προέλευσή του.

Να θυμίσουμε ότι το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά το 1930 στη Βίλα Ιλίσια, συγκρότημα κτιρίων κοντά στις όχθες του ποταμού Ιλισού, το οποίο είχε χτιστεί από τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη το 1848 για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, δούκισσα της Πλακεντίας. Οι απαραίτητες αναμορφώσεις στο εσωτερικό του έγιναν από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο και τα επίσημα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1930. Η σημαντικότερη αλλαγή του ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την επέκταση των χώρων του και στόχο την επανέκθεση των συλλογών του. Το 2004, επί των ημερών του αείμνηστου διευθυντή του, Δημητρίου Κωνστάντιου, ολοκληρώθηκε η επανέκθεση, ενώ οι εξωτερικές επεκτάσεις άλλαξαν κατά πολύ και τον εξαιρετικό αύλειο χώρο του.

Β. Τζεβελέκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου