Στην ανάγκη έρχομαι ως δέντρο.
Το φθινόπωρο 1981- και ενώ στους καλλιτεχνικούς κύκλους διαδίδεται ότι η αναμενόμενη συμβολή του Beuys στην documenta 7 θα είναι ένα μνημειώδες γλυπτό στην πόλη, ο ίδιος κοινοποιεί την πρόθεσή του: θα φυτέψει 7000 δέντρα, κυρίως βελανιδιές, και θα τοποθετήσει στο πλάι του καθενός μια στήλη από βασάλτη.
Στην ιδεατή όσο και απλή μορφή του, το όντως μνημειώδες έργο φαντάζει ολοκληρωμένο: τη φύτευση του πρώτου δέντρου προγραμματίζει για τα εγκαίνια της documenta 7, τη φύτευση του τελευταίου πέντε χρόνια αργότερα, για τα εγκαίνια της documenta 8.
Ξεφεύγοντας τόσο από το πλαίσιο όσο και από τις αρμοδιότητες της διεύθυνσης της documenta, ξαφνιάζοντας τους πάντες, ο Beuys θα αφήσει πολύ πίσω τα όρια της εικαστικής έκθεσης και θα προκαλέσει έντονο πονοκέφαλο στους πολιτικούς υπεύθυνους: «Εξήντα δέντρα! Περισσότερα αποκλείεται!» του απαντούν.
Θα τους μεταπείσει, προβάλλοντας τα κεντρικά σημεία της ιδέας του:«Θα ήταν σκέτη ανοησία να επαναλάβω κάτι που έχω ήδη κάνει (στην documenta), για παράδειγμα το Ελεύθερο Διεθνές Πανεπιστήμιο FIU (documenta 6)[…] ή την Οργάνωση για την Άμεση Δημοκρατία (documenta 5) – τότε που είχα αρχίσει να καταπιάνομαι με την έννοια της δημοκρατίας και τα γενικά πνευματικά προβλήματα, ενώ είχα αφήσει σε κάπως δεύτερη θέση τα προβλήματα της οικονομίας. Έβγαλα το συμπέρασμα ότι επιβάλλεται αυτή τη φορά το έργο να είναι οικολογικό, ανθρωπολογικό
Δεν αργούν να εμφανιστούν οι πρώτες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην εκτέλεση της τολμηρής επιχείρησης. Ιδιαίτερα θα σκοντάψει ο Beuys σ’ αυτό που με τη φυσική αισιοδοξία του δεν φανταζόταν: στη χρηματοδότηση της πολυδάπανης δράσης, που, με τις χορηγίες σχεδόν ανύπαρκτες και τους δωρητές να περιορίζονται στο στενό φιλικό του κύκλο, χωλαίνει αφάνταστα. Τα επόμενα χρόνια, το οικονομικό πρόβλημα θα τον ταλανίζει εξαντλητικά. Όμως, τίποτα δεν θα τον μετακινήσει από την αρχική του απόφαση: «Στην ανάγκη έρχομαι ο ίδιος ως δέντρο», λέει χαρακτηριστικά στο διευθυντή της documenta 7, Rudi Fuchs.
Στους κατοίκους του Κάσελ δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχουν με προτάσεις για χώρους που θα επιθυμούσαν να δεντροφυτεύσουν στη γειτονιά τους. Η πρωτοβουλία και η συμμετοχή των πολιτών συνιστά εξαρχής πρωτεύοντα παράγοντα στην ανάπτυξη του ιδιότυπου περιβαλλοντικού – κοινωνικού γλυπτού. Ομάδες και άτομα ανταποκρίνονται άμεσα. Στα πέντε χρόνια της φυτευτικής δράσης, συμβαίνει συχνά μακροχρόνιοι γείτονες να γνωριστούν για πρώτη φορά, ή και να συμφιλιωθούν μεταξύ τους. Νέες σχέσεις και καταστάσεις, εντυπώσεις και αλυσιδωτές αντιδράσεις κάνουν έκτοτε και με συνέχεια στις επόμενες δεκαετίες, αισθητό το κάλεσμα για σύμπραξη στην κοινωνική γλυπτική:«Λοιπόν, οι 7000 Βελανιδιές είναι ένα γλυπτό που σχετίζεται με τη ζωή των ανθρώπων και με την καθημερινή τους εργασία. Είναι αυτό που ονομάζω διευρυμένη έννοια της τέχνης ή κοινωνική γλυπτική».
Σχετικά με την προβολή της βελανιδιάς ανάμεσα στα 7000 δέντρα, ο Beuys θα αναφερθεί καταρχήν στη μακροβιότητά της - στην προοπτική της, πχ., να ζήσει περισσότερο από πεντακόσια χρόνια. Παράλληλα όμως η βελανιδιά, η δρυς, τον ενδιαφέρει και ως αντικείμενο λατρευτικής παράδοσης: είναι το πανάρχαιο ιερό δέντρο στις κελτικές και γερμανικές φυλές, όπως και στις απαρχές του ελληνικού πολιτισμού - εδώ, συνδεδεμένο με τον Δία, όπως η ελιά με την Αθηνά, η δάφνη με τον Απόλλωνα, ο κισσός και η άμπελος με τον Διόνυσο, η λυγαριά με την Ήρα. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, Δρυάδες ονομάζονταν οι προστάτιδες – νύμφες των δέντρων.
Παρουσιάζοντας τον πυρήνα του έργου, ο Beuys σχεδιάζει με μολύβι μια μικρή βελανιδιά και στο πλάι της μια στήλη από βασάλτη. Αποσκοπώντας να παραστήσει τη χρονική διάσταση – παράγοντα συνεχώς μεταβαλλόμενο σ’ αυτό το «γλυπτό σύνολο» - σχεδιάζει το «ίδιο» το δέντρο κατά δεκαετίες μεγαλωμένο. Τον ενδιαφέρει να δείξει πώς ο χρόνος μεταλλάσσει συνεχώς τις αναλογίες: στο δενδρύλλιο, η στήλη του βασάλτη φαντάζει τεράστια, ενώ η ίδια, με το πέρασμα του χρόνου, δίπλα στην αναπτυγμένη πλέον βελανιδιά, εμφανίζεται συγκριτικά μικροσκοπική.
Η πέτρα δίπλα στο δέντρο, απεικόνιση της έντασης ανάμεσα στο ορυκτό βασίλειο και το φυτικό, στην οργανική φύση και στην ανόργανη - προβάλλεται εδώ ως άλλη μια παραλλαγή του αγαπημένου μοτίβου του Beuys: της διακίνησης και της αλληλεξάρτησης μεταξύ δύο αντίθετων πόλων. Το τελειωμένο, αμετάβλητο και ακινητοποιημένο σχήμα
«…να συνειδητοποιήσουμε και την ιστορική του διάσταση, ότι δηλαδή μετά από τριακόσια, τετρακόσια, πεντακόσια χρόνια, οι άνθρωποι θα βρίσκουν αυτές τις πέτρες δίπλα στις βελανιδιές και θα λένε: Α, ώστε αυτό ήταν τότε εκεί, υπήρχαν τότε άνθρωποι που είχαν καταλάβει ότι η γη οδεύει προς τον αφανισμό της και έβαλαν την τελευταία στιγμή τα δυνατά τους ξεκινώντας διάφορες δραστηριότητες.[…] Αυτός είναι ένας από τους λόγους που με ώθησαν να προσθέσω την πέτρα. Ένας άλλος έχει να κάνει με μια ουσιαστική διαφορά: θεώρησα επίσης σημαντικό να επιστήσω την προσοχή στο βασίλειο που βρίσκεται κάτω από τα φυτά. Γιατί το φυτό έχει τις ρίζες του στη γη, δηλαδή τελικά σε αυτήν ακριβώς την ύλη, απ’ όπου προέρχεται και η πέτρα. Αυτό φαίνεται από τη στιγμή που θα αποσυντεθεί ο βασάλτης και θα μετατραπεί σ ένα πολύ εύφορο έδαφος. Είναι κάτι που γνωρίζουμε σε όλες τις ηφαιστειογενείς περιοχές, όπως γύρω από την Αίτνα και το Βεζούβιο. […] Είπα λοιπόν, εδώ έχουμε πρώτα απ’ όλα κάτι το υγιές δίπλα στο δέντρο, είναι κατά κάποιον τρόπο η τροφή του σε λεπτότατα αποσυντεθειμένα ιχνοστοιχεία στα οποία καταλήγει με τη ρίζα του. Αλλά είναι και αυτή η αντιπαράθεση, το ορυκτό και κρυσταλλικό απέναντι σε αυτό που φύεται και αναπτύσσεται. Έτσι, το γλυπτό, Δέντρο και πέτρα, δεν θα είναι παρά αέναη κίνηση. […] Αυτή η συνεχής μετατόπιση στις αναλογίες, στο μέτρο, δείχνει πράγματι μια ενδιαφέρουσα δυναμική».
Υπάρχει όμως και άλλη μια διάσταση: η κοινωνική – της αποδοχής ή απόρριψης. Για τους κατοίκους του Κάσελ, η αλλόκοτα γιγαντιαία σφήνα στην κεντρική τους πλατεία γίνεται εξαρχής αντικείμενο αγανακτισμένων επιθέσεων.
Από την άλλη, υπάρχουν και εκείνοι που κατατάσσουν το τεράστιο γλυπτό από βασάλτη στα πιο πετυχημένα έργα του Beuys και θεωρούν, όπως ο τότε διευθυντής του Guggenheim Thomas Messer, δυστύχημα τη βαθμιαία του εξαφάνιση. (Αυτή η αντιμετώπιση που εστιάζει αποκλειστικά σε αισθητικά κριτήρια, με τη σειρά της, συνήθως παραβλέπει την κοινωνική διάσταση του έργου.)
Για τελευταία φορά, ο Beuys βλέπει τα απομεινάρια του γλυπτού του τον Αύγουστο του 1985. Του αρκεί να τα κοιτάξει από αρκετή απόσταση: «Γρήγορα θα
Ο Joseph Beuys έφυγε από τη ζωή στις 21 Ιανουαρίου 1986.Το έργο ολοκληρώθηκε, όπως είχε προγραμματιστεί, στα εγκαίνια της documenta 8 τον Ιούνιο του 1987, με τη φύτευση της 7000ης βελανιδιάς δίπλα στην πρώτη, από τον γιο του Wenzel. Άφωνο, ένα πλήθος κόσμου μπροστά στο κεντρικό κτίριο, παρακολούθησε τότε ένα έργο για πρώτη φορά να συμπληρώνεται χωρίς το δημιουργό του.
Στην έρευνα του Joseph Beuys, η τέχνη είναι όπως ένας ζωντανός οργανισμός που μεταλλάσσεται από εποχή σε εποχή. Στο τωρινό της στάδιο, που σημαδεύεται από τη λήξη του μοντερνισμού, έχει περιθωριοποιήσει τόσο τους παραδοσιακά κεκτημένους της χώρους (σαλόνια, μουσεία, γκαλερί κλπ), όσο και τα συνήθη της υλικά, και επεμβαίνει δημιουργικά στο ευρύ πολιτικό και κοινωνικό πεδίο με στόχο τον ποιοτικό ανασχηματισμό του. Για τον Beuys, η φάση αυτή συνοψίζεται στον όρο «Κοινωνική Γλυπτική» (Social Sculpture) -έκφραση σήμερα οικεία σε ένα ευρύ διεθνές κοινό.
Οι 7000-Βελανιδιές είναι η πρώτη αξιόπιστη εμπέδωση της νεωτεριστικής ιδέας του Beuys - της ολικής, ή διευρυμένης τέχνης – που ενώ αρχικά θεωρήθηκε ουτοπική, σήμερα, τέσσερις δεκαετίες μετά, επαληθεύεται από την ίδια την πραγματικότητα: Λίγοι είναι πλέον όσοι δεν αντιλαμβάνονται - ή δεν θέλουν να αντιληφθούν – τα σημερινά αδιέξοδα της εικαστικής (και όχι μόνο) τέχνης, που ταυτίζουν το έργο με την υλική του αξία, στερώντας του κάθε σχεδόν δυνατότητα άλλου, έστω και διακοσμητικού, περιεχομένου.
Στις τέχνες, όπως τις έχουμε συνηθίσει, οι περισσότεροι κάτι γνωρίζουμε. Στη νέα, την κοινωνική τέχνη, είμαστε όλοι αρχάριοι.
Σήμερα βρισκόμαστε σε θέση να ισχυριστούμε πως η επανάσταση του οραματιστή αυτού καλλιτέχνη συντελείται μέσα από μια βαθύτατα ανθρωπιστική, κοινωνικό/πολιτισμική αναγκαιότητα, που δεν εγκλωβίζεται στα πλαίσια της «κουλτούρας», όπως ακόμη την αντιλαμβάνεται και υποστηρίζει ένα μέρος της σύγχρονης κοινωνίας.
Με τον Beuys, που αναφέρει ως ξεκίνημά του μια βαθιά αναθεώρηση/διεύρυνση της έννοιας της γλυπτικής (αναθεώρηση που εκλάμβανε επίσης ως συγκεκριμένη μορφή νοητού γλυπτού), έχει συντελεστεί στον 20ο αιώνα μια μη αναστρέψιμη αλλαγή παραδείγματος: Κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης.
Όποιος σήμερα δεχτεί να αναμετρηθεί με το κλασσικό πλέον αυτό απόφθεγμα του – και δεν εννοήσει ότι κάθε άνθρωπος είναι ζωγράφος, χορευτής, μουσικός ή γλύπτης – θα αλλάξει όχι μόνο την αντίληψή του για την τέχνη αλλά πιθανώς και την εικόνα του για τον ίδιο τον άνθρωπο. Στην αλλαγή αυτή παραδείγματος διαφαίνονται πρώτες ωθήσεις και πρακτικές στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας. Η κίνηση για την άμεση δημοκρατία και η κίνηση για το χωρίς προϋποθέσεις δικαίωμα στο εγγυημένο βασικό εισόδημα – αμφότερες με αφετηρία την πεποίθηση στην ικανότητα (αλλά και την υποχρέωση) του ατόμου να διαμορφώσει αυτόνομα οτιδήποτε τον αφορά - φέρουν σαφώς τη σφραγίδα της ξέχωρης αυτής καλλιτεχνικής προσωπικότητας.
«Χωρίς τον Joseph Beuys, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν θα είχε εξελιχθεί σ’ αυτό που είναι σήμερα» (Klaus Dieter Lehmann, πρόεδρος του Goethe Institut, 2012)
Κέντρο Τέχνης
ΒΕΤΟΝ 7
Από 9 ως τις 27 Απριλίου παρουσιάζει αφιέρωμα στον Joseph Beuys σε επιμέλεια της Dr. Ρέας Thönges – Στριγγάρη. Η έκθεση εστιάζει κυρίως στο έργο 7000 βελανιδιές.
BETON 7, Πύδνας 7 Βοτανικός - Αθήνα 11855, (στάση μετρό ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ)
Διάρκεια έκθεσης: 9 -27 Απρίλιου 2013
Πληροφορίες: τηλ. 0030 210 7512625, www.beton7.com, press@beton7.com
Λένα Κυριακίδη (αμ.300055)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου