Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Η σχέση Βιζυηνού με Ιψεν


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ
Το άγαλμα του Χένρικ Ιψεν στο ομώνυμο θέατρο στη Νορβηγία. Στα δοκίμιά του ο Γεώργιος Βιζυηνός ασχολείται σε βάθος με τον Ιψεν. Τα άπαντα του μεγάλου Νορβηγού στα ελληνικά ανακοίνωσαν οι εκδόσεις Gutenberg. 

Ανοίγοντας το πολύτιμο βιβλίο που μόλις εξέδωσε το Μορφωτικό Iδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, έναν τόμο σχεδόν οκτακοσίων σελίδων με τα επιστημονικά και δοκιμιακά έργα του Γεωργίου Βιζυηνού, στη σελίδα 580, κάτω από τον τίτλο «Ερρίκος Ιβσεν», διαβάζουμε: «Ως άλλος Σαικσπήρος ετάζει την ζωήν αφ’ υψηλής περιωπής καθ’ όλην αυτής την εξέλιξιν από του λίκνου μέχρι του φερέτρου, τούθ’ όπερ επενδύει τα δράματά του με πολύν φιλοσοφικόν χαρακτήρα (...) Η τελευταία λέξις της φιλοσοφίας ταύτης είναι: Μη παύε δρων· απελευθερώσου των προλήψεων· αγωνίζου, και προ πάντων πράττε συμφώνως προς τας πεποιθήσεις σου. Δεν υπάρχει αληθώς θανάσιμον αμάρτημα ειμή μόνον εν, το ψεύδος. Το δε μάλιστα θανάσιμον αμάρτημα είναι το ψεύδος όπερ ψεύδεταί τις προς αυτόν τον εαυτόν του».


Εισηγητής του Ιψεν στην Ελλάδα (λίγο αργότερα θα προστεθούν στους υπέρμαχους του «πολικού αστέρα του θεάτρου» ο Ξενόπουλος και ο Παλαμάς), ο Βιζυηνός γράφει το σημείωμά του στην «Εικονογραφημένη Εστία» του 1892, τη χρονιά που κυκλοφόρησε ο «Αρχιμάστορας Σόλνες». Πολέμιος των κατά συνθήκην ψευδών και συγγενής ως προς τη διαπραγμάτευση των συνειδησιακών κρίσεων με τον Νορβηγό δραματουργό, ο Βιζυηνός επισημαίνει την «ηθική ενέργεια» των έργων του Ιψεν, πράξεων μετενηνεγμένων εις λέξεις», όπως τα ονομάζει, καθώς και την απουσία παντός του «επιπλάστου και εψιμυθιωμένου». Παράλληλα, στη χρήση που επιφυλάσσει ο Ιψεν στη γλώσσα (και η Νορβηγία του 19ου αιώνα ταλανιζόταν από τον διχασμό μεταξύ αρχαίας δανικής και καθομιλούμενης νορβηγικής), στη σύνθεση, δηλαδή, του αρχαίου ιδιώματος με νεότερες γλωσσικές μορφές, ο Ελληνας συγγραφέας αναγνωρίζει, καθώς φαίνεται, αναλογίες με τη δική του προσπάθεια να εμπλουτίσει και να γονιμοποιήσει την επίσημη γλώσσα «διά της προσλήψεως δημωδών στοιχείων». Η προσέγγιση του Βιζυηνού στο έργο του Ιψεν ήταν η πρώτη εν Ελλάδι, δύο χρόνια πριν ανεβούν στο θέατρο, στις 29 Οκτωβρίου 1894, οι «Βρικόλακες», για να γνωρίσουν στο αθηναϊκό κοινό μια τολμηρή δραματουργία, που μη έχοντας καμιά σχέση με τα προσφιλή θέματα του 19ου αιώνα, ανέσκαπτε το τραύμα και την ενοχή με ανελέητη διαύγεια.

Εκτοτε, ο Ιψεν θα κατακτήσει ξένες και εγχώριες σκηνές και θα γίνει αντικείμενο ποικίλων ερμηνευτικών προσεγγίσεων – και όχι μόνο από σκηνοθέτες: ο Ζίγκμουντ Φρόιντ θα μελετήσει την ψυχοδομή των ιψενικών ηρώων, όπως της Ρεβέκας Γουεστ από το τραγικό δράμα «Ρόσμερσχολμ». Ο Τζέιμς Τζόις στο «Finnegans Wake» θα επιδοθεί σ’ ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών του Αρχιμάστορα Σόλνες. Ως και ο αποδομιστής κριτικός Πολ ντε Μαν θα ασχοληθεί με τον Αρχιμάστορα, για να μιλήσει για την τάση του καλλιτέχνη να αυτοεξιδανικεύεται. Και ασφαλώς πολλές, πάμπολλες ήταν οι μεταφράσεις του – και στη χώρα μας όχι λίγες. Δεν αναδείκνυαν όλες την εσωτερική δυναμική των κειμένων, δεν ακολουθούσαν τον παλμό τους. Συχνά, όπως έχει επισημάνει η Ελένη Βαροπούλου στο έργο της «Το θέατρο στην Ελλάδα» (εκδόσεις Αγρα), η ιψενική γλώσσα συρρικνωνόταν, άλλοτε προσαρμοζόμενη στο πνεύμα του νατουραλισμού, άλλοτε συμπιεζόμενη στη σύμβαση των «έργων σαλονιού», άλλοτε πάλι υψιπετής, μεγαλήγορη. Ομως ο ίδιος ο Ιψεν είχε γράψει «η μόνη μου επιθυμία ήταν να παρουσιάσω ανθρώπους κι έτσι μου ήταν αδύνατον να τους επιτρέψω να μιλούν τη γλώσσα των θεών».

Καλόδεχτες, λοιπόν, οι νέες αναμετρήσεις με το ιψενικό κείμενο, και άκρως σημαντική η έκδοση των Απάντων του συγγραφέα, την οποία ανακοίνωσαν οι εκδόσεις Gutenberg, ήδη κυκλοφορώντας τα τέσσερα τελευταία του έργα («Οταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», «Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν», «Ο μικρός Εγιολφ» και «Ο αρχιμάστορας Σόλνες»), σε μετάφραση Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου και επιμέλεια Ηρκου Αποστολίδη, με εργοβιογραφία, εισαγωγές και επεξηγηματικά σχόλια, για να επανεγκαταστήσουν τον Ιψεν στο σήμερα, αναψηλαφώντας ένα ποιητικό σώμα που εξακολουθεί να είναι ζωντανό και ασπαίρον. Συγγραφέας της κοινωνικής ασφυξίας και της οικονομικής σύνθλιψης, με λόγο ρηγματωμένο, ασθματικό, εστιασμένο στο κοινωνικό και ψυχολογικό δράμα του ατόμου, βασανισμένος από την οδύνη της δημιουργίας, ιδιαίτερα εμφανή στα τελευταία του θεατρικά, ο Ιψεν δεν ξεφτίζει μέσα στον χρόνο. Παραμένει ο υπονομευτής της υποκρισίας, της δουλείας στο χρήμα, της ευτελούς ζωής, ο δραματουργός που ύμνησε μετά τον θάνατό του ο Παλαμάς: «Σαν τα ρουμάνια της πατρίδας σου είσαι/ πυκνός, αδρύς, πράσινος, μαύρος, όλος/ την ορμή και τη δύναμη σου δώκαν/ που σκάφτει και κατάβαθα τραβάει/ και τρώει, οι φιόρδες».
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου